Χ υ δ α ί α και αποικιακά




Ούτε ξέρω πώς μου ρθε αυτός ο τίτλος..

Εμπνευση της στιγμής, καθώς στο νου μου ξανάφερνα την εικόνα της κυρίας του από πάνω ορόφου και ξανάκουγα τη φωνή της από το τηλέφωνο.


- Ακου να σου πω! Εγώ ό,τι ήταν να φτιάξω, το φτιαξα. Δεν είναι δικό μου πρόβλημα. Τώρα είναι δικό σας. Ο τοίχος "στραγγάει". Κρύο κάνει, βροχές έχει, δεν μπορεί να στεγνώσει. Δείτε εσείς μην έχετε καμιά σωλήνα που τρέχει (στο ταβάνι;;;;). Αν μου πληρώσεις εσύ τη ζημιά που θα κάνω σπάζοντας τα πλακάκια στο μπάνιο μου για να βρω ποια σωλήνα έχει τρυπήσει, δεν έχω κανένα πρόβλημα. Θα το κάνεις;

- Εχετε να προτείνετε τίποτα; τη ρώτησα όταν είδα πως φτάσαμε (πάλι) σ αδιέξοδο.
- Δεν είναι δικό μου το πρόβλημα , δεν έχω εγώ νερά, εσείς έχετε, μου ξαναλέει (είμαι και καθυστερημένη-θέλω να τα ξανακούσω).
Ετσι κοφτά-στεγνά και στραγγιστικά μου το κλεισε.

Κι έτσι συνειδητοποίησα, πως έχω γνωρίσει στη ζωή μου δύο ειδών χυδαιότητες. Αυτή την άμεση, που στη ρίχνει ο άλλος στα μούτρα και την ύπουλη. Αυτή που ενώ απέξω όλα φαίνονται ωραία καλά και πολιτισμένα, αντιλαμβάνεσαι τα γδαρσίματα της μετά από καιρό, όπως όταν χτυπάς κάπου και μελανιάζεις και μετά αναρωτιέσαι που στα κομμάτια κοπανήθηκες και δε το θυμάσαι.

Κι οι δυο τους, μου είναι το ίδιο απωθητικές..

ΓΡΑΦΕ!




Ε-ί-π-α-!.




- Μα δεν μου έρχεται. Τώρα τα ζω, δεν μπορώ να γράψω..






Ο τρόμος της λευκής σελίδας!!


Θαυμάζω εκείνους που στην αναβροχιά και στο χαλάζι και στον καλό καιρό, πάντα έχουν κάτι να γράψουν, σα νεράκι γάργαρο που αβίαστα χύνεται στις λευκές άδειες σελίδες. Γιατί, το θέμα δεν είναι να γράφεις ψυχαναγκαστικά κάθε μέρα μιά ανάρτηση. Ωραία, άντε και τη γράφεις. Η ουσία είναι άλλη για μένα. Να έχει κάτι να πει, να μην είναι μία μπούρδα και μισή, να έλκει και να παγιδεύει αυτόν που θα τη διαβάσει.. Αυτά είναι δύσκολα πράγματα που κάνουν στις Ινδίες και μερικοί ξεχωριστοί και εδώ μέσα. Γράφουν π.χ. μια πρόταση που εγώ θα χρειαζόμουν κατεβατά ανούσια για να πω - αν τελικά το κατόρθωνα- το ίδιο πράγμα.


Ε, εγώ δεν είμαι μία απ' αυτούς..




Γι΄αυτό, αποφάσισα ν ακολουθήσω την καριέρα του σχολιαστή.
(εκεί, μάλλον καλά θα τα πάω)..

ΠΡΟΣΟΧΗ !!!







Το blog αργεί λόγω, ΕΥΤΥΧΙΑΣ.

Η Ημέρα της Μαρμότας

**



Γυναίκα:. Σ αγαπάω ηλίθιε.

Άνδρας:. Κι εγώ σ αγαπάω μωρό μου.

Γυναίκα:. Fuck you!! Που λες πως μ αγαπάς κιόλας!!

Άνδρας:. Έλα, αγκάλιασε με..

Γυναίκα:. Άντε γαμήσου παλιομαλάκα που θες κι αγκαλιές..

Γυναίκα:. Μη, μη σου λέω. Παράτα με.

Άνδρας:. Οκ. Όπως θέλεις. Σ αφήνω.

Γυναίκα:. Μ αφήνεις; Πώς μ αφήνεις; Καλά πόσο μαλάκας είσαι πια;

Άνδρας:. Τι θες να κάνω;

Γυναίκα:. Να κάνεις αυτό που είπαμε. Και θέλαμε κι οι δυο μας.

Άνδρας:. Αυτό δεν γίνεται και το ξέρεις. Δεν μπορώ.

Γυναίκα:. Πώς το ξέρω;
……..
……..
Γυναίκα:. Αντε γαμήσου τότε.
…….
…….
…….
…….

Γυναίκα:. Σ αγαπάω πάρα πολύ. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα.

Άνδρας:. Ούτε κι εγώ μωρό μου.

Γυναίκα:. Μα.. …
….
…..
….. (συνεχίζεται στο ίδιο πάνω – κάτω στυλ και…θεματολογία)…


Σημείωση:

(Το θεατρικό έργο «Η ημέρα της Μαρμότας* ή ο ταλαντούχος Κύριος Τίποτα και η Ηλίθια που έκανε και την έξυπνη» παίχτηκε άπαξ και πήγε άπατο. Οι θεατές, τους πήραν με τις ντομάτες. Ακούστηκε, πως άλλοι, βγαίνοντας από το θέατρο, έκλαιγαν…από τα γέλια. Επίσης ακούστηκε πως ίσως έβγαινε και σε συνέχειες, αλλά ευτυχώς ήταν ράδιο-αρβύλα).
Περαστικά μας !!!!!

*Για όσους δεν ξέρουν την υπόθεση, βρήκα μια πολύ καλή ανάλυση εδώ:http://erevnitis.blogspot.com/2006/04/blog-post_27.html
** Μία γκραβούρα του Ντεβεριά

Παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό, ο Νίκος γνώρισε τη Χριστίνα.

Ερωτευτήκανε με την πρώτη ματιά και το πρώτο σμίξιμο.

- Θέλω να πάμε εκδρομή στον Όλυμπο. Θα αγοράσουμε ό,τι μας είναι απαραίτητο και μαζί θα κατακτήσουμε την κορυφή μας, της είπε, κι εκείνη πέταξε από τη χαρά της.

Ερωτευμένοι άνθρωποι. Όλα εύκολα. Όλα δυνατά. ΜΑΖΙ.

Έτσι κι έγινε. Μαζί αγόρασαν όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό γι αυτή την ανάβαση. Σκηνές, εργαλεία, σχοινιά, ρούχα ζεστά , τα πάντα που θα τους εξασφάλιζαν το όνειρο τους να το δουν να πραγματοποιείται. Έκαναν προγράμματα και τα υλοποιούσαν. Μέρα τη μέρα. Σχεδίαζαν χάρτες , ήταν σε μια δημιουργική ένταση και έβλεπαν ένα ένα εμπόδιο να πέφτει και τη μεγάλη μέρα να πλησιάζει.

Όταν πια ήταν έτοιμοι, στάθηκαν στην πλαγιά και βάζοντας αντήλιο το χέρι τους έβλεπαν την κορυφή τους να τους περιμένει.

Έτοιμοι; Τον ρώτησε

Έτοιμοι.

Άρχισαν να ανεβαίνουν. Δεν ήταν εύκολο. Άλλο στα λόγια κι άλλο να περπατάς για να τη φτάσεις. Πέρναγαν μονοπάτια, έβλεπαν το δάσος να πυκνώνει, πέρναγαν ένα- ένα τα εμπόδια που τους έκλειναν το δρόμο. Ανηφορικός , αλλά πανέμορφος. Η φύση στις δόξες της. Έκαναν έρωτα πάνω της, τρώγαν κάτι πρόχειρο, κοιμόντουσαν με όνειρα όταν έκανε καλό καιρό κοιτώντας τα αστέρια κι όταν έβρεχε αγκαλιασμένοι μέσα στη σκηνή τους. Και στα καλά και στα άσχημα, του είχε πει. Μετά από πολλές μέρες-χρόνια ανάβασης την είδαν να ξεπροβάλλει μπροστά τους. Πιο αληθινή από ποτέ. Πιο δικιά τους από ποτέ. Ήρεμη, ήταν εκεί πιστή στο ραντεβού τους.

Η γυναίκα ανέπνευσε ανακουφισμένη. Φτάνουμε αγάπη μου. Κοίτα την. Είναι δική μας πια. Εκείνος δεν μίλαγε. Ξέρει τις σιωπές του.

Τι συμβαίνει; Κουράστηκες;
Όχι όχι, δωσμου χρόνο , να βρω τον εαυτό μου και τις ανάσες μου.

Του έδωσε χρόνο, στερώντας τον από την ίδια. Φάγανε σιωπηλοί, κοιμήθηκαν μαγκωμένοι. Ο καθένας με τις σκέψεις του και τα φαντάσματά του. Πέρασαν μήνες έτσι , περιμένοντας τον. Έξω η φύση έμενε η ίδια. Κι ας λυσσομανούσε ο αέρας και ας τους φόβιζε. Ξημέρωσε η τελευταία μέρα κι εκείνοι ήταν άυπνοι, είχαν προσποιηθεί πως κοιμήθηκαν και δεν τρέχει τίποτα.

Λοιπόν τι λες; Θα προχωρήσουμε;

Συγγνώμη αγάπη μου. Δεν μπορώ να κάνω το μεγάλο βήμα. Συγγνώμη για όλα και σ ευχαριστώ για άλλα τόσα.

Τον κοίταξε. Το ήξερε εδώ και καιρό. Κι ας μην είχε αποδείξεις. Είχε διαίσθηση όμως, που ποτέ δεν την είχε προδώσει.

Βούρκωσε. Έκανε ένα βήμα πιο πέρα. Ξαναγύρισε. Αυτός ο άντρας ήταν όλη της η ζωή. Τον κοίταξε που καθόταν άπραγος με κενό βλέμμα. Δεν έβλεπε τίποτα. Ούτε τη φύση, ούτε τη γυναίκα, ούτε την κορυφή τους. Ούτε καν τον ίδιο. Ήταν μια στήλη άλατος χωρίς φωνή. Ζούσε από συνήθεια. Έτρωγε από συνήθεια, έπινε από συνήθεια, δούλευε από συνήθεια, γαμούσε από συνήθεια, κοιμόταν από συνήθεια.


Τον αγαπούσε πολύ αυτόν τον Άντρα. Τόσο, που θα σεβόταν και τη ματαίωση των ονείρων τους.

Τον αγκάλιασε.

Μη ζητάς συγγνώμη. Κι εγώ σ αγαπώ και θα σ αγαπώ μέχρι να πεθάνω. Κλάψανε κι οι δυο μέχρι που κουράστηκαν.

Μετά, πήρε τα πράγματα της και προχώρησε μόνη της. Η φιγούρα της ξεμάκρυνε μέχρι που χάθηκε σε μια στροφή. Πίσω της, σαν τον κοντορεβιθούλη, άφηνε σταγόνες αίμα. Από το ξέσκισμα των σωθικών της.

Η ζωή, ανελέητα παρούσα.

..and cure his heart


Θα κάνω χώρο στα συρτάρια μου για να βάλεις τα πράγματα σου.

Θα κάνω χώρο στη ντουλάπα για να βάλεις τα πουκάμισα σου.

Θα κάνω χώρο στο κρεβάτι μου για να χωρέσεις.

Θα σε βάλω μέσα μου, πάνω μου και κάτω μου.

Θα ζήσω μαζί σου, επειδή μπορώ να ζήσω μόνη μου.

Bettie Page

…..”you make me shiver, you make my liver quiver, you're a kinky girl”.

Λοιπόν, Αντίο.





"Να συνειδητοποιείς, πως επειδή ακριβώς τον θαυμάζεις και τον αγαπάς, θα τον αφήσεις να φύγει, γιατί είναι εκείνος που το θέλει αυτό, σεβόμενη την επιθυμία του".

Έκαναν έρωτα για τελευταία φορά , όπως την πρώτη. Κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον. Αυτή με την πλάτη στον τοίχο κι εκείνος να μπαίνει μανιασμένα μέσα της. .

Η πόρτα έκλεισε πίσω του. Μαζί του πήρε τα κλειδιά του, τα έγγραφα που ήταν η απόδειξη των κοινών ονείρων που έμειναν χάρτινα και παγωμένα και την εικόνα της πνιγμένη στο κλάμα.

Η δυσκολότερη απόφαση της ζωής της.

Τι είναι αυτό;

Δεν ξέρω αν έχει ξαναμπεί κάπου. Το είδα, δάκρυσα και είπα να το μοιραστώ μαζ'ί σας.

Kατα(θ)λήψεις




To Κακό με τις καταλήψεις είναι, πως σου μένει χρόνος εκτός των άλλων (εμβαθύνσεις, κοψίματα, αναλύσεις) να βλέπεις και πρωινές εκπομπές. Λοιπόν σας πληροφορώ πως για όλα φταίει η έκλειψη που άρχισε; θ΄ αρχίσει; θα σας γελάσω. Έχουμε και λέμε λοιπόν: Φταίει ο κακός μας ο καιρός, οι εκλείψεις, οι ανάδρομοι, οι παράδρομοι, τα μπρόκολα, οι αλκυονίδες που δεν λένε να ρθουν , το φαγητό που κάηκε, ο σκύλος που τα κανε στο σαλόνι, ο Αλέξης που από θεϊκό βρέφος μας βγήκε μάπα σαν καρπούζι, οι αναμονές, κάτι κλειδιά που δεν βρίσκουν που να μπουν, κάτι μουσικές που σε κρατούν ίσα ίσα για ν αντέξεις, μερικά διαβάσματα που σε κάνουν να νιώθεις σχεδόν ανθρώπινος, οι καναπέδες που κοντεύουν να μας καταπιούν και μετά να μας ξεράσουν από την αηδία, αδιέξοδα –πραγματικά ή και φανταστικά.

Πόσο πιο χαμηλά πια να πέσω ….

Αν αρχίσω να βλέπω και τα μεσημεριανά …….