Ενα ξεχασμένο κείμενο στο συρτάρι του υπολογιστή..



Jean Genet - Δούλες


Αλήθεια πώς να περιγράψω τα ποικίλλα αισθήματα που ένοιωσα διαβάζοντας τις “Δούλες” του Ζαν Ζενέ και ερμηνεύοντας το ρόλο της Κλαίρης;

Πρώτα η Κλαίρη παίρνει τη θέση της Κυρίας γιατί την αγαπά. Μέσα στην Κυρία νοιώθει χαρά, δραπετεύει από τον εαυτό της. Όμως γίνεται επίσης Κυρία γιατί τη μισεί και σκοπός της δεν είναι να δείξει την Κυρία όπως πραγματικά είναι αλλά να την κανει μισητή. Ετσι η αγάπη-μίσος που νιώθει για την Κυρία καλύπτει την αγάπη-μίσος που νιώθει για την αδελφή της και σε επέκταση αυτήν που νιώθει για τον εαυτό της. Για να μισήσει τη Σολάνζ η Κλαίρη δεν έχει άλλο τρόπο παρά να γίνει η Κυρία που μισεί την Κλαίρη.

Ένα από τα κίνητρα των πράξεων αυτοτιμωρίας, αποκαλύπτει η ψυχανάλυση, είναι η προσπάθεια να εξαναγκασθεί ο κριτής να τιμωρήσει άδικα το αντικείμενό του και μ’αυτόν τον τρόπο να του αποδοθεί ενοχή, πράγμα που του αφαιρεί εξουσία και τον καθιστά ανάξιο να κρίνει.

Τι μπορώ να πω για το αίσθημα απομόνωσης, εγκατάληψης, απόγνωσης ενός ανθρώπου, της Κλαίρης, που όπως ο ίδιος ο Δημιουργός της, ο ΖΕΝΕ, εγκαταλείφθηκε, εγκλημάτισε, τιμωρήθηκε και που ακόμη αισθάνεται φυλακισμένος στην αίθουσα κατόπτρων της ανθρώπινης ύπαρξης, παγιδευμένος στην αέναη εναλλαγή ειδώλων σαν να μην είναι πια τίποτα, παρά μια παραμορφωμένη αντανάκλαση του εαυτού του*.

Η ουσία του θεάτρου του Ζενέ είναι η θέση του ειδώλου. Το είδωλο είτε ως προβολή, είτε ως αντανάκλαση, διατηρεί πάντα την ιδιότητα του μη είναι. Γιατί το είδωλο δεν είναι καν ο εαυτός του και στις “ΔΟΥΛΕΣ” η απώλεια του εαυτού επιτυγχάνεται μέσα από την ταύτιση με τα είδωλα.*

Ο Σαρτρ, στο βιβλίο του “Ο Άγιος Ζενέ” εκτιμά πως κάθε βιβλίο του Ζενέ είναι μια κρίση κάθαρσης από το δαίμονα – ένα ψυχόδραμα και πως δέκα χρόνια λογοτεχνίας για το Ζενέ ισοδυναμούν με μια θεραπεία ψυχανάλυσης.*

Τελικά, μέσα από απ’αυτήν την πάλη του όντος και της όψης, του φανταστικού και του πραγματικού, του Καλού και του Κακού, βγήκα αλώβητη ; από το ψυχικό σεισμό και καταναγκασμό (που με υπέβαλε ο Ζενέ) και με πλούσιες εμπειρίες για την ουσία του Θεάτρου και την Ανθρώπινη περιπέτεια.

1 σχόλιο:

Αγαθαρχίδης είπε...

Πήγε στη θάλασσα μόνη. Ήταν τέλη καλοκαιριού, απόγευμα κι η παραλία απομονωμένη. Έβγαλε όλα της τα ρούχα και ξάπλωσε πάνω στα ζεστά βότσαλα. Έκλεισε τα μάτια. Ήθελε να αναπολήσει την αγάπη της. Τον ξαφνικό της, τον απροσδόκητο έρωτα της ζωής της. Θυμήθηκε κάποιους στίχους του Καρυωτάκη, που την είχαν σημαδέψει:

«Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό...»

Φαντάστηκε τα χέρια του στα χέρια της, τα χείλη του στα χείλη της, τη ζωή του στη ζωή της. Ονειρεύτηκε το ανέφικτο, το άπιαστο…

Ένοιωσε μια παρουσία και άνοιξε τα μάτια. Ένα θαλασσοπούλι είχε σταθεί δίπλα της και την κοίταζε. Σα να την εξερευνούσε. Έμεινε να την κοιτάζει ώρα πολλή κι εκείνη ήξερε. Ο αγαπημένος της είχε βρει τον ξενιστή, που θα τον έφερνε κοντά της. Ήξερε και γιατί είχε έρθει. Και τα χείλη της σχημάτισαν ασυναίσθητα το «ναι»… Δέχομαι…

Ήταν ο άγγελος κι ο δαίμονάς της. Ήταν η άυλη δίδυμη ψυχή της, που επιτέλους επέστρεφε. Φύσηξε ένα αγεράκι. Η αύρα του πουλιού έπνευσε προς το μέρος της και μπήκε στο κορμί της.

Δεν είχε πια νόημα να μένει στη μοναχική παραλία. Εξάλλου ο ήλιος είχε ήδη γείρει πίσω από το νησάκι. Μπορούσε να γυρίσει σπίτι. Γιατί τώρα τον κουβαλούσε μέσα της. Ήταν ολόκληρη. Για πάντα…